ΙΩΒ δ

1 Τότε πήρε το λόγο ο Ελιφάζ ο Ταιμανίτης και είπε: 2 Αν σου μιλήσω, μήπως σε λυπήσω;
Ύστερα απ’ όσα είπες,
δεν το αντέχω να σιωπώ!
3 Εσύ νουθέτησες πολλούς
και χέρια ασθενικά δυνάμωσες.
4 Τα λόγια σου στήριζαν
εκείνους που σκοντάφταν,
και τόνωναν τα γόνατα που λύγιζαν.
5 Μα τώρα που ήρθε η σειρά σου,
εσύ δειλιάζεις!
Οι συμφορές σ’ αγγίξανε και τρόμαξες.
6 Η ευσέβειά σου δεν σου δίνει στήριγμα;
και η άμεμπτη ζωή σου
δεν σου προσθέτει ελπίδα;
7 Μήπως θυμάσαι κάποιον αθώο που να χάθηκε,
ή κάποιους τίμιους
που να εξολοθρευτήκαν;
8 Εγώ το ’χω παρατηρήσει:
όσοι καλλιεργούν την αδικία
και σπέρνουνε τη συμφορά,
αυτοί αδικία και συμφορά θερίζουν.
9 Σαν την ανεμοθύελλα ο Θεός
τους καταστρέφει,
τους αφανίζει με τη φοβερή του οργή.
10 Είν’ η φωνή τους σαν του λιονταριού το βρυχηθμό,
αλλά ο Θεός τα δόντια τους συντρίβει.
11 Πεθαίνουν όπως το λιοντάρι,
όταν δε βρίσκει πια τροφή
και τα μικρά του διασκορπίζονται.

12 Κάποτε έφτασε σ’ εμένα ένα μήνυμα στα κρυφά,
ένα ελαφρό του ψίθυρο συγκράτησε τ’ αυτί μου,
13 τη νύχτα μέσα στ’ όνειρο,
που οι λογισμοί μπερδεύονται
κι ο λήθαργος θανατερά τυλίγει τους ανθρώπους.
14 Φρίκη και τρόμος με κυρίεψε
κι έτρεμε όλο το κορμί μου.
15 Φύσημα αχνό από το πρόσωπό μου πέρασε,
μ’ έκανε σύγκορμο ν’ ανατριχιάσω.
16 Στάθηκε μπρος μου μια μορφή,
που δεν μπορούσα να την καθορίσω·
κι ύστερα από μικρή σιωπή άκουσα τη φωνή της:
17 «Τάχα είναι δίκαιος ο θνητός μπρος στο Θεό;
Είναι άμεμπτος ο άνθρωπος μπρος στο δημιουργό του;
18 Αφού ο Θεός δεν εμπιστεύεται
ούτε και τους αγγέλους του
και βρίσκει σφάλματα ακόμα και σ’ εκείνους,
19 πόσο μάλλον σ’ αυτά τα χωματένια πλάσματα,
που προέρχονται από τη γη
και που μπορούν να πατηθούν
σαν τα σκουλήκια,
20 που μέσα σε μια μέρα μπορούν ν’ αφανιστούν,
για πάντα να χαθούν,
χωρίς κανείς να το προσέξει!
21Ο Θεός δίνει τέλος στη ζωή τους·
πεθαίνουν και δεν ξέρουνε το πως».

Εμφανίσεις: 32